Ελληνικά

Με την με αριθμό 3956/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που αφορά υπόθεση συλλογικής αγωγής της ΕΚΠΟΙΖΩ κατά της Τράπεζας Πειραιώς κρίνονται καταχρηστικοί τρεις καίριοι όροι τραπεζικών συναλλαγών που επιβαρύνουν αδικαιολόγητα βασικές, καθημερινές και θεμελιώδεις συναλλαγές των καταναλωτών με τις τράπεζες. Ειδικότερα:

  • Καταχρηστικός κρίνεται ο όρος που επιβάλλει στον καταναλωτή επιβάρυνση 1,40 ευρώ να καταβάλλει στην τράπεζα όταν καταθέτει χρήματα στον καταθετικό λογαριασμό ενός τρίτου (λ.χ. για το ενοίκιο, σε φιλικό του ή συγγενικό του πρόσωπο, για οποιαδήποτε αιτία). Πρόκειται για χρέωση που προβλέπει η συντριπτική πλειοψηφία των τραπεζών και ανέρχεται συνήθως από 1,20 έως 1,50 ευρώ.
  • Καταχρηστικός κρίνεται ο όρος που προβλέπει ότι στην περίπτωση που οι κινήσεις ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα ο κάτοχος του λογαριασμού να επιβαρύνεται με 0,80 ευρώ για κάθε κίνηση.
  • Καταχρηστικός, τέλος, κρίνεται και ο όρος που προβλέπει για την περίπτωση του στεγαστικού δανείου που χρησιμοποιείται για κατασκευή ή ανέγερση κατοικίας, ότι το δάνειο κατατίθεται σε δεσμευμένο λογαριασμό και, ενώ ο δανειολήπτης το αναλαμβάνει τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, επιβαρύνεται με τους τόκους του δανείου από την ημέρα που κατατίθεται το ποσόν στον δεσμευμένο λογαριασμό. Το αποτέλεσμα είναι ο δανειολήπτης να πληρώνει αδικαιολόγητα τόκους για κεφάλαια του δανείου τα οποία στην πραγματικότητα δεν είχαν περιέλθει σε αυτόν.

Η απόφαση υποχρεώνει την παραπάνω τράπεζα σε χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη το καταναλωτικό κοινό, ενώ προβλέπει ποινή 3.000 ευρώ σε βάρος της τράπεζας για κάθε περίπτωση παραβίασής της. Η απόφαση ως τελεσίδικη είναι πλέον εκτελεστή.
Υπενθυμίζουμε εν προκειμένω ότι μόλις πριν δύο εβδομάδες είχαν κριθεί τελεσίδικα καταχρηστικοί και παράνομοι με την με αριθμό 3499/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε συλλογική αγωγή της ΕΚΠΟΙΖΩ κατά της Εθνικής τράπεζας και έντεκα όροι που προέβλεπαν τα ακόλουθα:

  • την επιβάρυνση του καταναλωτή που χρησιμοποιεί την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης με τόκους αναδρομικά από την ημέρα διεξαγωγής της συναλλαγής και όχι με την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής που αναγράφεται στο μηνιαίο λογαριασμό που του αποστέλλεται (γεγονός που συνεπάγεται την επιβάρυνση του καταναλωτή με τόκους κατά μέσο όρο 35 ημερών),
  • την επιβολή εξόδων για τις αναλήψεις μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσό ανάληψης (από 3 έως 20 ευρώ),
  • την επιβολή εξόδων για την εξέταση αιτήματος δανειοδότησης που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσόν του στεγαστικού δανείου (από 550 έως 1.500 ευρώ),
  • την καταστρατήγηση της διαφάνειας του κυμαινόμενου επιτοκίου στις πιστωτικές κάρτες με τη δυνατότητα της τράπεζας για μεγαλύτερη αναπροσαρμογή από αυτή που προκύπτει από την αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
  • την επιβολή εξόδων αδράνειας (0,60 ή 1,00 ευρώ ανά μήνα) σε καταθετικούς λογαριασμούς που παραμένουν ακίνητοι για διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών,
  • την επιβολή επιβάρυνσης στον δανειολήπτη 50 ευρώ για τη χορήγηση από την τράπεζα βεβαίωσης οφειλών,
  • την μονομερή από την τράπεζα διαμόρφωση του επιτοκίου καταθέσεων, δίχως αναφορά σε εύλογα κριτήρια,
  • τον περιορισμό της ευθύνης της τράπεζας σε περίπτωση που γίνει παράνομη χρήση του απωλεσθέντος ή κλαπέντος βιβλιαρίου καταθέσεως,
  • την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων,
  • την μονομερή μεταβολή των όρων λειτουργίας των λογαριασμών καταθέσεων,
  • τον μονομερή καθορισμό των ημερών δέσμευσης και διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας αναφορικά με ποσά που κατατίθενται.

Οι παραπάνω όροι χρησιμοποιούνται σχεδόν από όλες τις τράπεζες, με υψηλότερες ή μικρότερες των παραπάνω επιβαρύνσεων. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, οι αποφάσεις που εκδίδονται επί συλλογικής αγωγής, όπως οι παραπάνω, ισχύουν και σε βάρος όλων των τραπεζών που χρησιμοποιούν τις ίδιες πρακτικές.
Αν αναλογισθεί κανείς ότι και στο πρόσφατο παρελθόν έχουν κριθεί επίσης καταχρηστικές και πλήθος άλλων τραπεζικών πρακτικών, καθίσταται σαφές ότι οι παράνομες επιβαρύνσεις έχουν κυριαρχήσει στην καθημερινή πρακτική των τραπεζών. Το παράνομο κέρδος, το οποίο αποκομίζουν οι τράπεζες σε βάρος των καταναλωτών από τη χρήση των παραπάνω καταχρηστικών όρων, ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Οι καταναλωτές ασφαλώς μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή των χρημάτων που έχουν υποχρεωθεί να καταβάλουν σε εφαρμογή των παράνομων τραπεζικών πρακτικών. Ωστόσο, για ευνόητους πρακτικούς λόγους, στις περιπτώσεις που πρόκειται για μικροχρεώσεις, η διεκδίκηση αυτή είναι σχεδόν αδύνατη. Η Πολιτεία θα πρέπει γι’ αυτό να θεσπίσει, κατ’ αντιστοιχία προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μέσα προστασίας που θα προβλέπουν την αποστέρηση των παράνομων κερδών από τις τράπεζες και τη διάθεσή τους για κοινωφελείς σκοπούς. Τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να επέλθει ένα αποτελεσματικό πλήγμα στα ίδια τα κίνητρα που παράγουν τις παράνομες αυτές πρακτικές.

Τέλος, η ΕΚΠΟΙΖΩ καλεί τους αρμόδιους φορείς να αναλάβουν επιτέλους τις δικές τους ευθύνες στην προστασία των καταναλωτών. Το Υπουργείο Ανάπτυξης οφείλει να επέμβει ΤΩΡΑ και να υποχρεώσει και όλες τις άλλες τράπεζες, με την απειλή των προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων, να εγκαταλείψουν τις παραπάνω παράνομες πρακτικές. Να μην επιτρέψει την συγκάλυψη των παράνομων αυτών πρακτικών με προσχηματικές αλλαγές ή την αντικατάστασή τους με άλλες παρεμφερείς παράνομες πρακτικές.

 

 

Από: Σάββατο, 1 Οκτώβριος, 2011Μέχρι: Σάββατο, 1 Οκτώβριος, 2011

dstratakos